Ο ερασιτεχνικός αθλητισμός γεννήθηκε για να προσφέρει χαρά, ενότητα μέσα από την κοινωνικοποίηση, προσωπική εξέλιξη. Στο τρέξιμο και στο ποδήλατο ειδικά, οι σχέσεις που χτίζονται είναι συχνά πιο βαθιές από εκείνες της καθημερινότητας: μοιράζεσαι ιδρώτα, ρυθμό, ανάσες, επιτεύγματα. Είναι μια συλλογική εμπειρία που, στον πυρήνα της, έχει το μοίρασμα. Κι όμως – αυτή η σύνδεση μπορεί να ραγίσει όταν ο οπαδισμός εισβάλει στα πιο απροσδόκητα σημεία του αθλητισμού. Όχι στις κερκίδες, αλλά μέσα στις ίδιες τις σχέσεις των αθλητών μεταξύ τους.
Όταν η σχέση προπονητή-αθλητή αρχίζει να λειτουργεί ως στοιχείο ταυτοτικής υπεροχής και όχι ως μέσο προσωπικής εξέλιξης, τότε εμφανίζεται ένα φαινόμενο εσωτερικής πόλωσης: η ταύτιση με έναν προπονητή ή μία μεθοδολογία γίνεται στοιχείο ένταξης σε μια "ομάδα", η οποία –σιωπηρά ή μη– διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες. Αυτός ο μηχανισμός αρχίζει να δημιουργεί υποομάδες, να προκαλεί ανταγωνιστικά βλέμματα και να μετατρέπει την υγιή αθλητική συνύπαρξη σε πεδίο άτυπης αντιπαράθεσης.
Πρόκειται για μια μορφή “ήπιας αποπροσωποποίησης”, κατά την οποία ο αθλητής παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με συναισθήματα και διαδρομή, και γίνεται φορέας ταυτότητας – «του τάδε», «της τάδε σχολής», ή ακόμα χειρότερα: «όχι δικός μας».
Σύμφωνα με τη Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας (Tajfel & Turner, 1979), οι άνθρωποι τείνουν να εντάσσονται σε ομάδες και να προσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα από αυτές. Αυτό από μόνο του δεν είναι προβληματικό – είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η ταύτιση συνοδεύεται από τάσεις υπεροχής, σύγκρισης και αποκλεισμού. Δηλαδή, όταν η αίσθηση του "ανήκω εδώ" συνοδεύεται από την ανάγκη να αποδείξω ότι "δεν ανήκω εκεί", ή – ακόμα χειρότερα – ότι "εκείνοι είναι λιγότεροι, κατώτεροι, λάθος".
Αυτό το φαινόμενο στον χώρο του ερασιτεχνικού αθλητισμού οδηγεί σε μια μορφή οπαδισμού χωρίς φωνές και πανό, αλλά με ψυχρές σχέσεις, επιλεκτικές συμπεριφορές και ανταγωνιστικά βλέμματα. Η προπονητική σχέση παύει να είναι παιδαγωγική και μετατρέπεται σε σημαία που υψώνεται πάνω από την ανθρώπινη επαφή.
Όταν ένας προπονητής –συνειδητά ή ασυνείδητα– καλλιεργεί την αίσθηση ότι οι αθλητές του είναι "διαφορετικοί", "ανώτεροι", "εκλεκτοί", τότε σταδιακά στήνει ένα πλαίσιο σύγκρισης, όχι εξέλιξης. Η ανάγκη του ίδιου να επιβεβαιώσει την αξία του μέσα από την απόλυτη αφοσίωση των αθλητών του, λειτουργεί σαν μικρό δηλητήριο που διαχέεται στις σχέσεις.
Κι αυτός ο οπαδισμός, παρότι δεν έχει φωνές, πανό ή συνθήματα, γεννά αποξένωση, εγωκεντρισμό, έλλειψη ενσυναίσθησης. Αθλητές και αθλούμενοι –άνθρωποι που μοιράζονταν τη διαδρομή, την προσπάθεια, το βλέμμα της υπέρβασης– παύουν να βλέπουν ο ένας τον άλλο ως συνοδοιπόρους. Και γίνονται απλώς… “οι άλλοι”.
Ο ερασιτεχνικός αθλητισμός, σε αντίθεση με τον επαγγελματικό, δεν έχει ανάγκη την επικράτηση. Δεν υπάρχει τρόπαιο, χρήματα ή κατάταξη που να καθορίζουν το νόημά του. Κι όμως παρατηρούμε να εμφανίζονται συμπεριφορές που φέρουν τη σφραγίδα του ανταγωνισμού, της ιδιοκτησιακής σχέσης, της υποδόριας αντιπαλότητας.
Στο κέντρο αυτής της παθογένειας βρίσκεται συχνά η φιγούρα του ανασφαλούς προπονητή. Ενός ανθρώπου που δεν έχει συμφιλιωθεί με τη δική του πορεία – και προσπαθεί να γεμίσει τα εσωτερικά του κενά μέσα από τον έλεγχο, την ανάγκη επιβεβαίωσης, την πόλωση, που χρησιμοποιεί τους αθλητές ως μέσο για να "είναι κάποιος".
Αυτό δεν είναι στήριξη, δεν είναι καθοδήγηση και δεν είναι υγιής προπονητική σχέση. Είναι μια έμμεση μορφή εκμετάλλευσης – και μια ηθική παραμόρφωση του ρόλου του προπονητή.
Το τρέξιμο, το τρίαθλο και η ποδηλασία είναι βαθιά προσωπικά αθλήματα. Και γι’ αυτό ακριβώς, οι κοινότητες που τα πλαισιώνουν έχουν τη δύναμη να γίνουν χώρος ψυχικής ανάτασης, όχι ψυχικής πίεσης. Οι αθλητές χρειάζονται πλάι τους προπονητές που να σέβονται τον εσωτερικό ρυθμό τους. Που να καλλιεργούν την ανεξαρτησία, τη σύνδεση και όχι την εξάρτηση. Που δεν χρειάζονται να χωρίσουν για να ξεχωρίσουν.
Ο ρόλος του προπονητή, ιδίως στον ερασιτεχνικό αθλητισμό, δεν είναι να χτίσει "στρατούς" αλλά να στηρίξει διαδρομές. Δεν είναι να ζητήσει αφοσίωση, αλλά να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Δεν είναι να φτιάξει ομάδες με "εμείς" και "εκείνοι", αλλά να συμβάλει σε κοινότητες με μοίρασμα, αλληλοσεβασμό και ελευθερία.
Αν κάτι έχουμε κοινό ως αθλητές και αθλούμενοι , είναι ότι γνωρίζουμε καλά τη μοναξιά της προσπάθειας, αλλά και τη δύναμη του βλέμματος δίπλα μας. Αυτή η δύναμη δεν έχει χώρο για φανατισμούς. Δεν μετριέται με το ποιος μας προπονεί, αλλά με το πόσο άνθρωποι παραμένουμε μέσα σε αυτή τη διαδικασία.
Κι αυτό είναι το πιο δυνατό "πρωτάθλημα" στο οποίο αξίζει να συμμετέχουμε.
Γιώργος Λουφέκης
BSc Αθλητικές Επιστήμες
cMSc Βελτιστοποίηση αθλητικής απόδοσης
cMSc Συνθετική Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία